Ο ΡΩΜΑΝΟΣ Δ’ ΔΙΟΓΕΝΗΣ & Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΝΤΖΙΚΕΡΤ (1071)
τοῦ Μάνου Ν. Χατζηδάκη, Προέδρου Δ.Σ τοῦ ΕΠΟΚ
Τό διάστημα 959 - 1056 χαρακτηρίζεται ὡς “χρυσούς αἰών” τοῦ μεσαιωνικοῦ Ἑλληνισμοῦ καί μετατρέπει τήν Ἑλληνο-Χριστιανική Αὐτοκρατορία τῆς Ρωμανίας στό ἰσχυρότερο καί πιό πολιτισμένο Κράτος τῆς Οἰκουμένης καί τήν Βασιλεύουσα στό «λαμπρότερο κέντρο τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ καί ὅπως ἔχουν πεῖ “τό Παρίσι τοῦ μεσαίωνα”»[1] ὅταν «οἱ περισσότερες μεγάλες πόλεις τῆς σύγχρονης Εὐρώπης ἦταν μέτριες καί φτωχές πολίχνες».[2] Ἡ περίοδος 961 - 1025 ἐξελλίσει τήν ἡρωϊκή ἐποχή πού ξεκίνησε μέ τόν Ἡράκλειο σέ μία πραγματική ἐποποιία πού ἐκκινεῖ μέ τούς Νικηφόρο Β’ Φωκά καί Ἰωάννη Α’ Τσιμισκῆ καί ἀπoκορυφώνεται τήν 50ετία τοῦ Βασιλείου Β’ Βουλγαροκτόνου κατά τήν ὁποία ἡ Αὐτοκρατορία ἐξαπλώνεται ἀπό τόν Δούναβη μέχρι τήν Κρήτη, ἀπό τήν Καυκάσια Ἰβηρία μέχρι τόν Εὐφράτη, ἀπό τίς δαλματικές ἀκτές καί τήν Κάτω Ἰταλία μέχρι τά ὀροπέδια τῆς Ἀρμενίας ἐνῶ ἔχει ὡς δορυφόρους της, Ρωσία, Σερβία, Κροατία καί Βενετία! Όμως τήν περίοδο 1056 - 1081 ἐπέρχεται ἡ παρακμή πού ἐπιφέρει τό ἀναπτυσσόμενο φιλειρηνικό - ἀντιστρατιωτικό πνεύμα καί ἡ παραμέλησις καί ἐξάρτησις τοῦ στρατοῦ ἀπό τυχοδιώκτες ξένους μισθοφόρους, ἀκριβῶς τήν κρίσιμη ἐποχή πού ἐμφανίζονται οἱ Σελτζούκοι στήν Μικρά Ἀσία. Ἡ πολιτική γραφειοκρατία εἶχε διαφθαρεῖ ἀπό ἕνα πολύπλοκο σύστημα προνομίων, ἐνῶ ἡ στρατοφεουδαρχική ἐπαρχιακή ἀριστοκρατία ἐπεδίωσε ἐπαύξησι τῶν κτημάτων καί μερίδιο στήν πολιτική ἐξουσία.
Ρωμανός Δ’ Διογένης: Προσπάθεια ἀνακάμψεως (1068 - 1071)
Τό 1067, τόν Κωνσταντῖνο Ι’ Δούκα διαδέχθηκε ἡ σύζυγός του Εὐδοκία Μακρεμβολίτισσα, ἡ ὁποία εἶναι ἀκόμη μία περίπτωσις γυναικός πού ἐστέφθη «βασιλεύς - αὐτοκράτωρ», κυβερνώντας μόνη ἐπί 7 μῆνες. Τό διάστημα ἐκεῖνο ὅμως οἱ Σελτζοῦκοι ὑπό τόν Alp Arslan ἐπέδραμαν στήν Μεσοποταμία, προωθήθηκαν στήν εὐρύτερη περιοχή τῆς Ἀντιόχειας καί κατέλαβαν τήν ἑλληνική Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, πατρίδα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ἡ Αὐτοκράτειρα ἐνήργησε μέ σοφία καί ἀνιδιοτέλεια. Παρά τίς ἀντιδράσεις Μιχαήλ Ψελλοῦ καί “καίσαρος” Ἰωάννη, διόρισε στρατηλάτη τόν γενναῖο στρατηγό Ρωμανό Διογένη. Παράλληλα, ὁ Πατριάρχης Ἰωάννης Ξιφιλίνος καί ἡ Σύγκλητος, τήν στήριξαν. Ἔτσι στίς 1 Ἰανουαρίου 1068 παντρεύθηκε καί ἔστεψε Αὐτοκράτορα τόν στρατηλάτη, ὡς Ρωμανό Δ’ Διογένη. Ὁ νέος βασιλεύς προερχόταν ἀπό «γένος ἀρχαῖον καί εὐδαῖμον τῆς Καππαδοκίας» καί ἦταν «ἑλληνικῆς καταγωγῆς».[3] Μητέρα του ἦταν ἡ ἀνεψιά τοῦ Αὐτοκράτορος Ρωμανοῦ Γ’, τοῦ ἐπίσης ἑλληνικοῦ οἴκου τῶν Ἀργυρῶν.[4]

Ὁ Ρωμανός Δ’ Διογένης




