Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ “ΡΩΜΑΝΙΑΣ” ΑΠΟ ΤΟΝ 4ο ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ 11ο ΑΙΩΝΑ: Δοκίμιο περί τοῦ Ελληνισμού τῆς Πρώϊμης & Μέσης Βυζαντινῆς Περιόδου

Τοῦ Μάνου Ν. Χατζηδάκη, Προέδρου Δ.Σ. τοῦ Ε.ΠΟ.Κ.

Ὅπως ἡ κτίσις τῆς Ἀλεξανδρείας ἀπό τόν Μέγα Ἀλέξανδρο τό 331 π.Χ. σηματοδότησε συμβολικά τήν στροφή τοῦ Ἑλληνισμοῦ πρός τό αὐτοκρατορικό ἰδεῶδες, ἔτσι ἡ κτίσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο τό 324 μ.Χ. εἶναι ὁ δεύτερος μεγάλος στα­θμός πού ἀνανέωσε τόν Αὐτοκρατορικό Ἑλληνισμό γιά 11 ἀκόμη αἰώνες!  

 Η ἵδρυσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στήν ἀρχαία ἑλλη­νι­κή ἀποικία τοῦ Βυζαντίου. αὐτῆς τῆς ξεκάθαρα ἑλληνικῆς «Νέας Ρώ­­μης» ἔ­μελ­λε νά ἀντικαταστήση σταδιακά τήν λα­τι­νική Ρώμη. Καί νά ἐ­ξε­­λιχθῆ σέ ἕδρα μίας νέας Αὐτοκρατορίας γιά τό πρω­το­φανές διά­στημα τῶν 1129 ἐτῶν. Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Andre Pi­ga­niol «ὁ ἑλλη­νισμός ξαναβρῆκε σέ αὐτήν, τήν ἰσ­χυ­ρή του πρω­τεύ­­ου­σα, ἐ­νῶ πα­ράλληλα ἡ Ρώμη γινόταν καί πά­λι πρω­τεύουσα τοῦ ρω­­­μα­νι­σμοῦ».[1]

Τό ἔτος 395 συντελεῖται ὁ ὁριστικός διαχω­ρι­­σμός τοῦ ἀνατο­λι­κοῦ τμήματος τῆς Αὐτο­κρα­το­ρίας, ὅπου, ὅπως γράφει ὁ Karl Kru­m­bacher «τό ἑλληνικόν στοιχεῖον ἦτο τό δεσπόζον».[2] Κατά τόν G. Her­­zberg: «Ἀπό αὐ­τό τό χρονικό σημεῖο κι ἔφ΄ἑξῆς, τό κέντρο βα­ρύ­τητος τῆς Ἑλλη­νι­κῆς Ἱστορίας βρίσκεται στήν Κωνσταντινούπολι, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τήν πολιτική πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσ­μου».[3] 15 χρόνια μετά (410) ἡ λατινική Ρώμη ἁλώνεται ἀπό τούς βα­ρ­βά­ρους τοῦ Ἀλαρί­χου. Καί τό 476 ἔχουμε τήν ὁριστική πτῶσι καί πο­λυ­διά­σπα­σι τοῦ Δυτικοῦ Ρω­μαϊ­κοῦ Κρά­τους. Κυρια­ρχεῖ πλέον τό βαρβαρικό γε­ρ­μα­νι­κό στοι­χεῖο πού ἐκτοπίζει πα­ντε­λῶς τό ἑλ­λη­­­νο­ρω­μαϊκό. Ἀντιθέτως, στό ἀνατολικό τμῆμα τῆς Αὐτοκρατο­ρί­ας ἐπικρα­τεῖ ἡ κρατική συνοχή καί ἀποκλειστικά τό ἑλληνικό καί ἐξελλη­νισμένο στοι­χεῖο. Ὅπως μάλιστα παρατηρεῖ ὁ σοβιετικός M. Levtchenko: «Ἐνῶ στή Δυτική Εὐρώπη οἱ βαρβαρικές εἰσβολές εἶ­χαν ἐξαφανίσει τόν ἀρχαῖο πολιτισμό… τό Βυζάντιο περιμάζεψε τήν κληρονομιά τοῦ Ἑλληνισμοῦ».[4]  

 Τό ἀνατολικό τμῆμα τῆς Αὐτοκρατορίας περιελάμβανε ὅλο τό ἑλληνικό, ἑλληνόφωνο καί ἐξελληνισμένο στοιχεῖο. Ὅπως ἐπεξη­γεῖ ὁ Cyril Mango «Σχεδόν ὅλοι οἱ μορφωμένοι στήν Ἀνατολή ἤξε­ραν ἑλληνικά, ὅπως ὅλοι οἱ μορφωμένοι στή Δύση μιλοῦσαν λατινι­κά».[5] Συγκεκριμένα περιελάμβανε τήν Χερσό­νη­σο τοῦ Αἵμου, τήν Μικρά Ἀσία, τήν κεντρική καί Νότιο Ἰταλία καί τήν ἑλλη­νι­στι­κή Ἀνατολή (Συρία, Παλαι­στί­νη, Αἴγυ­πτος). Εἶναι δηλαδή ὅλος ὁ ἑλλη­νι­κός καί ἑλλη­νι­στικός κόσμος κρα­­­­τικά ἑνο­ποιη­με­νος γιά πρώ­­τη φορά μετά τόν θάνατο τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου

 Τήν ἴδια περίοδο πού γίνεται ὁ διαχωρισμός, στήν ἑλληνική Κωνσταντινούπολι δημιουρ­γεῖται ἕνα ἀντιβαρβαρικό κίνημα -τό “Πανελλήνιον”- (400) μέ τό ὁποῖο παρατηρεῖται «…ἡ ἀφύπνιση τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου, ἀπό αἰ­ώ­νες ἀπο­ναρκωμένου στά πλαί­σια τῆς ρωμαϊκῆς οἰκου­μένης»[6] καί ἐνσαρκώνει «τήν ἐπανά­στα­σιν τῆς ὁποίας ὁ Ἑλληνισμός ἀπέβη ὁ πρωτεργάτης»[7], μία ἑλλη­νί­δα Αὐτοκράτειρα (Ἀ­θη­ναΐς - Εὐδοκία) συντελεῖ στήν ἀναγέν­νη­σι τῆς ἑλληνικῆς δια­νοή­σεως μέ τό πρῶτο κρατικό Πα­νε­­πι­στήμιο στόν κόσμο (425), τά ἑλληνικά ὑπερτεροῦν τῶν λατινι­κῶν καί θε­σπί­ζεται στήν διοίκησι τό «ἑλληνιστί διατίθε­σθαι».

 Τό ὅραμα τοῦ Ἰουστινιανοῦ νά ἀναβιώση τήν Ρωμαϊ­κή Οἰκου­μέ­νη «δια­κόπτωντας τήν φυ­σική ἐξέ­λι­ξη τῆς ἀνα­τολικῆς αὐ­τοκρα­το­ρί­ας»[8] ἁπλά ἐπιτάχυνε τήν δια­δι­κασία ἐξελληνισμοῦ. Τό ὅτι -πα­ρό­τι λατινόφρων- σέ Ἕλληνες στή­ρι­ξε ὅλο τό ἔργο του (Θε­ο­δώρα - Τριβω­νια­­νός - Ἰω­άν­­νης Καππα­δό­κης - Ἀν­θέ­μιος - Ἰσί­δω­ρος - Βελισσάριος) καί στά ἑλληνικά ἐξέδω­σε τίς «Νε­­αρές» του: «ἀ­ποκαλύπτουν σέ ποιό βα­θμό ἡ βυζαντι­νή αὐτοκρα­το­­ρία εἶχε ἐξελ­ληνισθεῖ κατά τόν 6ο αἰώνα».[9] Ὅπως ἀναφέρει ὁ Robert Browning «ἡ ρωμαϊκή αὐτοκρα­το­ρία εἶχε γίνει ἑλληνική ὡς πρός τή γλῶσσα σ’ ὅλα τά ἐπίπεδα».[10]

 Ὅσο πλησιάζουμε στό τέλος τῆς μεταβατικῆς αὐτῆς περιόδου, τόσο πληθαίνουν οἱ Ἕλληνες ἤ ἐξελληνισμένοι Αὐ­το­κράτορες. Ο­ρ­­θό­τατα ὁ καθηγητής Παῦλος Καρολίδης, ἔγρα­ψε ὅτι ὅλοι οἱ Αὐ­τοκράτορες ἀπό τόν Μαρκιανό μέχρι τόν Τι­βέριο «μᾶλ­λον ἤ ἧττον ἦσαν Ἕλληνες». Καί ὅπως θά διαπιστώ­σου­με στό ἐπό­­μενο κεφά­λαιο: «ἀπό τοῦ Μαυρικίου πάντες οἱ Βασιλεῖς κατή­γοντο ἐκ τῶν ἐξηλ­ληνισμένων χωρῶν τῆς Ἀνατολῆς καί ἰδίως ἀπό τῆς Μικρᾶς Ἀσίας».[11]

 Ὁρόσημο τῆς ὁλοκληρωτικῆς μεταμορφώσεως τοῦ Κράτους σέ Ἑλληνική Αὐτοκρατορία ἀποτελεῖ ἡ ἄ­νο­δος τοῦ Αὐτοκράτορος Η­ρακλείου πού συ­νέ­τρι­ψε ὁριστι­κά τούς Πέρσες καί χαρακτηρί­σθη­κε «Βυζαντινός Ἀλέ­ξα­νδρος»[12] καί «πρῶτος Σταυροφόρος». Ἐπί­σημη γλῶσσα γίνεται ἡ ἑλληνική καί ἡ λα­­τι­νι­κή ἐξοβελίζεται ἀπό παντοῦ. Ὅλοι οἱ κρατικοί τίτ­λοι ἑλλη­νο­ποιού­νται. Ὁ Αὐ­το­κρά­τωρ λαμβάνει τόν ἀρχαῖο ἑλληνικό τίτ­λο «Βα­σι­λεύς» καί κατά τήν Αἰκ. Χρι­στοφιλοπούλου «συ­νειδη­το­­­πο­ι­εῖται ἡ ἑλλη­νι­κό­της τοῦ κράτους».[13] Ὅπως γράφει ὁ Henri-Irenee Marrou «ἡ de fa­­cto αὐτο­κρατορία ἔγινε ἑλληνική αὐτοκρατορία» («l'empire de fait est devenu un empire hellenique»).[14] Παράλληλα, μέ τήν ἀ­ραβική κατά­κτη­σι τῆς Συρίας, τῆς Παλαιστίνης καί τῆς Αἰ­γύπ­του ἡ Αὐτοκρατορία πληθυσμιακά γίνεται πιό συμπαγής καί ὁμοιογενής καί κατά τόν Vasiliev «ἕνα Κρά­τος μέ ἑλληνικό πλη­θυ­σμό, κυρίως, ἄν ὄχι πλή­ρως»[15]. Ἡ ἐπι­κρα­­τειά της πε­ρι­ο­­ρίζε­ται στίς παραδοσιακές κοιτίδες τῶν Ἑλλή­νων: τήν Χερσό­νη­σο τοῦ Αἵμου, τήν Μικρά Ἀσία καί τήν Νό­τιο Ι­τα­λία.

Τήν περίοδο 610 - 717, ὅπως ἐπεξηγεῖ ὁ Karl Krumbacher: «συ­νε­­­τελέσθη ἡ ἀντικατάστασις τῶν ρωμαϊκῶν θεμελίων τοῦ κρά­τους διά τῶν ἑλληνικῶν, καί ἡ μετάβασις -ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἀπό τόν ρωμαϊκόν ὀργανισμόν τῆς πολιτείας εἰς τόν βυζαντινόν ἤ γραι­κο-ρωμαϊκόν λεγόμενον» [16] Ἔτσι, κατά τόν G. Ost­ro­­go­r­­sky, τό Βυζάντιο: «ἄν καί πα­ρα­μένει πά­ντα στα­θε­ρά προσκολημένο στίς ρω­μα­­ϊ­κές πολιτικές ἰδέ­ες καί πα­ρα­δό­σεις, μεταβάλλεται σέ ἕνα με­σαιω­νι­κό ἑλληνικό κρά­­τος»![17] Κατά τούς Ἀλέξη Σαβ­βίδη - Ben­ja­min Hendricks: «Ἡ Ὕ­στε­ρη Ρω­­μαϊκή Αὐ­­το­κρα­τορία στα­­­δι­ακά με­ταμορφώθηκε στή με­σαι­ω­νι­κή Ἑλλη­νική Αὐ­τοκρατο­ρί­α μέσα ἀ­πό τρεῖς βασικές διαδικα­σίες: τόν ἐκχρι­στια­νι­σμό της, τόν ἀπολα­τι­νι­σμό της καί τελικά τόν ἐξελ­­λη­νι­σμό της, μία δια­δικα­σία πού λί­γο-πολύ ὁλοκληρώθηκε ὥς τόν 7ο αἰ­ώ­να μ.Χ.»[18]

Κατά τήν περίοδο 610 - 1081 ἡ Ἑλληνο-Χριστιανική Αὐτοκρα­το­­ρία τῆς Ρωμανίας σώζει δύο φορές τήν Εὐρώπη ἀπό τήν μου­σου­λμανική πλημμυρίδα (674 - 678 καί 717 - 718). Γίνεται «ὁ προμα­χώ­νας τῆς Εὐρώπης κατά τῆς Ἀσίας».[19] Ἀντιμετωπίζει δια­­δοχικά σέ βορρᾶ καί νότο, ἀνατολή καί δύσι, Πέρσες, Ἄβαρους, Σλαύους, Ἄ­ραβες, Σαρακηνούς, Βού­λγα­­­ρους, Ρῶς, Μαγυάρους, Οὔ­ζους, Πε­τσε­­­­νέγγους, Σέ­­ρ­βους, Ἴβη­ρες, Ἀρμένιους, Παυλικια­νούς, Νο­­ρμαν­δούς καί Σελ­τ­ζού­­κους Τού­ρ­κους. Παράλληλα, ἐκχρι­στια­νίζει Σλα­ύ­ους, Βουλγάρους καί Ρώ­σους καί δείχνει τήν ἱκανότητά της «νά ἐκπο­λι­τίζει τούς καθυ­στε­ρη­μένους λαούς καί νά τούς γα­λουχή στά νάματα τῆς χριστια­νι­κῆς πίστεως καί τῆς προγονικῆς πο­λι­τι­στι­κῆς σοφίας»[20], γεγονός πού ὑπῆρξε ἀπό «τά λαμπρό­τε­ρα κα­το­ρθώ­ματα τῆς ἀναγεν­νω­μέ­νης Ἑλληνικῆς Αὐτοκρατο­ρί­ας».[21]

Τήν περίοδο 726 - 842 ἀκολουθοῦν τά 116 χρό­νια τῆς Εἰκονο­μα­­χίας πού ἐξελίχθη­κε σέ μία νέα κρίσι ταυ­τότητος. Τό τέλος τῆς Εἰκονομαχίας (Ζ’ Οἰκουμενική Σύνοδος τοῦ 787 & ὁριστικά τό 842), σήμανε ὄχι μόνο τόν θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας ἀλλά καί τήν ὁριστική νίκη τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος ἐπί τοῦ ἀ­να­το­λίζο­ντος. Ἔκτοτε, ὅπως γράφει ἡ Judith Herrin «τό Βυ­­ζάντιο ἐκ­­π­ροσωποῦσε μία ἰδιαίτερη πλευρά τοῦ χριστιανισμοῦ, τήν ἑλλη­νι­­κή ὀρθοδοξία».[22] Ἐπιση­μαί­νει ὁ Ge­org Ostro­gor­sky «Ἡ συ­ν­τρι­βή τοῦ εἰκο­νοκλα­στι­κοῦ κι­νή­μα­τος σή­μανε τή νίκη τῆς ἑλλη­νι­κῆς θρη­σκε­υ­τι­κῆς καί πολιτι­στι­κῆς ἰδιο­μορφίας πά­νω στήν ἀσιατι­κή… Ἀπό τότε τό Βυ­ζάντιο διατή­ρη­σε τή δική του πο­λι­τι­στική φυσι­ο­γνω­μία μεταξύ Ἀνα­τολῆς καί Δύ­σε­ως ὡς ἑλληνο - χρι­­στια­νι­κή αὐ­το­κρα­­­το­ρία»![23] Κατά τόν Cha­rles Diehl «Ἀπό ἐκείνη τή στι­γμή ἡ μο­ναρχία εἶχε βρεῖ τά δύο ἰσχυρά στη­ρί­­γματα πού ἐξα­σφά­λισαν τήν ὕπαρξή της καί τῆς ἔδω­σαν τόν χα­ρα­κτή­ρα της ἐπί αἰώ­νες: τόν ἑλλη­νισμό καί τήν ὀρθοδο­ξία».[24]

Ἀπό τό ἔτος 843 καί ἰδίως μέ τήν ἄνοδο τῆς Μα­κε­δο­νικῆς δυ­να­­στεί­ας τό 867 τό Πανεπιστήμιο ἀνασυγκρο­τεῖ­ται, οἱ Αὐτοκρά­το­ρες γίνονται λόγιοι (π.χ. Λέων ΣΤ, Κωνσταντῖνος Ζ’), ἡ ἀρχαία ἑλ­λη­­νική γραμματεία ἀναγεννᾶται (Φώ­­τιος, Κεφαλᾶς, Ἀρέθας, Ἰω­αν­νης Μαυρόπους, Λέων ὁ Μαθη­μα­τικός, Μι­­­­­χαήλ Ψελλός κ.ἄ.) καί οἱ σχολές καί ἕδρες ἀναβιώνουν καί πολλαπλασιάζονται. Ἡ Αὐ­­­­­το­κρατορία μετατρέπεται γιά τά ἑπό­μενα 217 ἔτη κα­τά τόν Char­les Diehl στήν «μεγάλη δύναμη τοῦ ἀ­να­­το­λικοῦ κόσ­μου, ὑπε­ρασπιστῆ τοῦ ἑλλη­νι­­σμοῦ καί τῆς ὀρθοδο­ξί­ας»[25]. Ὅπως μάλιστα ἀναφέρει ἡ Ἑλένη Γλύκατζη - Ἀρ­βε­λέρ, τόν 10ο αἰώνα πλέ­ον ἐπρό­κει­το ξεκά­θα­ρα γιά μία «ἑλλη­νο­ρθό­δοξη Αὐ­­­το­κρα­το­ρία, μέ μία ἑ­νι­­αία παι­δεί­­­α, ἀνεπι­ει­κή καί ἀ­διάλ­λακτη ἔ­να­­­ντι λαῶν καί ἐθνῶν πού εἶχαν δια­­φο­ρε­τι­κά Ἰδε­ώ­δη»[26], ἡ ὁποία κα­τά τόν G. Ostrogorsky κατεῖχε «ἰ­διά­ζουσα θέσι μεταξύ τῆς Ρω­μαιο­γερμανικῆς Δύσεως καί τῆς Ἰσ­λαμικῆς Ἀνατολῆς ὡς Κράτος Ἑλληνικό».[27] Τοῦτο ἐπιβεβαιώνει ὁ Robert Browning γράφοντας ὅτι τούς «μή-Ἕλληνες, μή-ὀρθοδόξους τῆς αὐτοκρατορίας τούς μεταχειρίζονταν ὡς πολίτες δεύ­τε­­ρης τάξης» καί ὅτι «ὁ Βυζαντινός ἀξίωνε ἔμφυτη ἀνωτερότητα».[28]

 Τό πρῶτο λοιπόν θεμέλιο στοιχεῖο τῆς Αὐ­το­κρα­τορίας τῆς Ρω­μα­νίας εἶναι ὁ Ἑλληνισμός, τοῦ ὁποίου «δρᾶ καί σφύζει ἡ πνευ­μα­τι­κή δύναμη».[29] Ὁ Paul Lemerle τόν χα­ρακτήρισε «ἑλλη­νισμό τοῦ “μπα­ρόκ” “αὐτοκρατορικό ἑλληνι­σμό” μέ στόχους πο­λιτι­κούς».[30] Τό διάστημα 959 - 1056 χαρακτηρίζεται ὡς “χρυσούς αἰών” τοῦ μεσαιωνικοῦ Ἑλληνισμοῦ καί με­­­τατρέπει τήν Ἑλληνο-Χριστια­νι­κή Αὐτοκρατορία τῆς Ρωμανίας στό ἰσχυ­ρό­τε­ρο καί πιό πολιτι­σμένο Κρά­τος τῆς Οἰ­κου­­­μένης καί τήν Βασιλεύουσα στό «λαμ­πρό­­τερο κέ­­­­ν­­τρο τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πο­λι­τισμοῦ καί ὅπως ἔχουν πεῖ “τό Πα­­ρίσι τοῦ μεσαίωνα”»[31] ὅταν «οἱ περισσότερες μεγάλες πόλεις τῆς σύγ­χρο­νης Εὐρώπης ἦταν μέτρι­ες καί φτωχές πολίχνες».[32]

 Ἡ περίο­δος 961 - 1025 ἐξελλίσει τήν ἡρωϊκή ἐποχή πού ξεκί­νη­σε μέ τόν Ἡρά­κλειο σέ μία πραγματική ἐποποιία πού ἐκκινεῖ μέ τούς Νικηφόρο Β’ Φωκά καί Ἰωάννη Α’ Τσιμισκῆ καί ἀπo­κο­ρυ­φώ­νε­ται τήν 50ετία τοῦ Βασιλείου Β’ Βουλγαροκτόνου κατά τήν ὁποί­α ἡ Αὐ­­τοκρατορία ἐξα­πλώ­νεται ἀπό τόν Δούναβη μέχρι τήν Κρή­τη, ἀ­πό τήν Καυ­­­κά­σια Ἰβηρία μέχρι τόν Εὐφράτη, ἀπό τίς δαλ­μα­­τι­κές ἀ­κτές καί τήν Κά­τω Ἰταλία μέχρι τά ὀροπέδια τῆς Ἀρ­με­νί­ας ἐ­νῶ ἔχει ὡς δορυ­φόρους της, Ρωσία, Σερ­βία, Κροατία καί Βε­νε­τία! Ὅπως ἐπιβεβαιώνει ὁ Paul Magdalino ἐπρόκειτο πλέ­ον καί πάλι γιά μία «ὑπερδύναμη σέ δύο ἠπείρους»[33], ἡ ὁποία ἦταν Κρά­τος «πε­ρισ­σότερο συμπαγές ἀπ’ ὅτι τό κράτος τῶν Καρο­λι­­δῶν ἤ τῶν Ἀβ­βα­σι­δῶν».[34]

 Ἡ περίοδος 1028 - 1081 βλέπει τήν αὔξησι τῆς ἰσ­χύος τῶν συ­ντε­­χνιῶν καί τήν ἀνάπτυξι μίας ἀστικῆς τάξεως ἐμ­πόρων καί βιο­­τε­χνῶν. Ταυτόχρονα ἡ πνευματική ἀναγέννησις μέ βάση τήν στρο­­φή πρός τόν «πλατωνικό στοχασμό»[35] δημιουργεῖ κα­­τά τόν Α. Ram­­­baud ἕνα «κόμμα τῶν φιλοσόφων»[36] ὅπου οἱ δια­πρε­πεῖς λό­γι­οι αὐ­ξάνουν τήν ἐπιρροή τους στήν διοί­κη­σι (Κων. Λει­­χού­­δης, Ἰω­άν­νης Μαυρόπους, Ἰωάννης Ξιφιλίνος, Μι­χαήλ Ψελ­λός κ.ἄ.). Ὅ­πως γράφει ἡ J. M. Hussey αὐτό εἶχε διττές συνέπει­ες: «Ἡ ἱστο­ριο­­γραφία, ἡ ποίηση, ἡ θρησκευτική σκέψη καί ζωή, ἡ ζω­γρα­φι­κή καί ἡ ἀρ­χιτεκτονική ἄνθισαν. Ὅμως ἡ αὐτοκρατορική ἐξου­σία ἐξα­σθέ­νη­σε, ἡ στρατιωτική ἄμυνα παραμελήθηκε».[37] Πα­ράλ­ληλα, μέ τό Σχί­­­­σμα τοῦ 1054 ὁρι­στι­κοποιεῖται ὁ ἀπό πολ­λῶν αἰώ­νων αὐ­ξα­νό­μενος ὁλοένα καί πε­ρισ­σότερο, γλωσσικός, πο­λιτι­στι­κός, πο­­λιτι­κός καί θρησκευτικός δια­­χω­ρισμός τοῦ λα­τι­νο­­­­­γε­ρμα­­νι­κοῦ κόσ­μου τῆς Δύσεως ἀπό τόν ἑλλη­νοβυζαντινό τῆς Ἀ­­να­­τολῆς.

 Τήν πε­ρίοδο 1056 ­- 1081 ἐπέρχεται ἡ πα­­­­ρακμή πού ἐπι­φέρει τό ἀναπτυσσόμενο φιλειρηνικό - ἀντιστρατιωτικό πνεύ­­μα καί ἡ παρα­μέλησις καί ἐξάρτησις τοῦ στρατοῦ ἀπό τυ­χο­διώ­κτες ξένους μι­­­σθο­φόρους, ἀκριβῶς τήν κρίσιμη ἐποχή πού ἐμφα­νί­­­ζο­νται οἱ Σελ­­τζού­κοι στήν Μικρά Ἀσία. Ἡ πολιτική γραφειοκρατία εἶχε διαφθαρεῖ ἀπό ἕνα πο­λύ­πλο­κο σύστημα προνομίων, ἐνῶ ἡ στρατοφεουδαρχική ἐπαρχιακή ἀρι­­στοκρατία ἐπεδίωσε ἐπαύξησι τῶν κτημάτων καί με­ρίδιο στήν πο­λιτική ἐξουσία. Ἡ σύγ­κ­ρου­­σις κατέστη ἀνα­πό­φευ­κτη μέ συ­νέ­πει­α τίς συνεχεῖς ἐ­πα­να-στά­­σεις, τό χάος καί -με­τά τήν ἧττα τοῦ Μάν­τζι­κερτ τό 1071- τήν στα­­δια­κή ἀ­πώ­λεια τῆς Μι­κρᾶς Ἀσίας.

Τό ἔτος 1081 θά κλείση αὐτήν τήν πε­ρίο­δο μέ νίκη τῆς στρα­το­φεου­δαρχικῆς ἐπαρχιακῆς ἀριστοκρατίας (Κομνηνοί) ἐγκαι­νιάζο­ντας ἕναν περίπου αἰώνα ὑστάτης ἀναλαμπῆς τῆς «Ρω­μανίας», πού -πα­ρότι ἐσαεί πιστά προσκολημμένη στήν αὐτοκρατορική ἰδέ­α- με­τε­ξε­λισ­­­σό­ταν ἀργά ἀλλά σταθερά ἀπό οἰκουμενική ὑπε­ρ­δύ­ναμι σέ ἕνα Ἑλλη­νο­ρθό­δοξο Κρά­­τος, ὅπως τά νεότευκτα Κράτη τῆς Δύσεως…

ΕΞΩΦΥΛΛΟ & ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ 600 ΣΕΛΙΔΩΝ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ ΠΟΥ ΑΝΑΛΥΕΙ ΔΙΕΞΟΔΙΚΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΚΑΙ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ. ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ: ΧΑΡ. ΤΡΙΚΟΥΠΗ 14 ΑΘΗΝΑ. ΤΗΛ. ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΩΝ: 2106440021

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] «L'Empire chretien» σελ. 51.

[2] «Ἱστορία Βυζαντινῆς Λογοτεχνίας», Ι σελ. 23.

[3] «Geschichte Griechenlands seit den Absterber des antiken Lebens bis zum Ge­gen­wart», 1879.

[4] «Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας», σελ. 131.

[5] «Βυζάντιο: Ἡ Αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ρώμης» σελ. 26.

[6] Emilienne Demoudeot «De l'unité à la division de l'Empire romain».

[7] Διονυσίου Ζακυθηνοῦ «Βυζαντινή Ἱστορία 324 - 1071» σελ. 54.

[8] Charles Diehl «Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας», Τόμος A’ σελ. 24.

[9] Καθηγητής Μίλτων Ἀνάστος («Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους», Τόμος Ζ’ σελ. 327).

[10] «Ἡ Βυζαντινή Αὐτοκρατορία» σελ. 64.

[11] Παύλου Καρολίδη «Ἐγχειρίδιον Βυζαντινῆς Ἱστορίας» σελ. 83.

[12] Ὑπῆρξε ἐκεῖνος πού νίκησε ὁλοκληρωτικά τούς Πέρσες μετά ἀπό 1100 περίπου ἔτη Ἑλληνοπερσικῶν συγκρούσεων (ἀπό τόν 5ο π.Χ. αἰώ­να).

[13] «Βυζαντινή Ἱστορία», Β1 σελ. 250.

[14] «Histoire de l'éducation dans l'Antiquité» σελ. 379.

[15] «Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας», Τόμος πρῶτος σελ. 271 - 272.

[16] «Ἱστορία Βυζαντινῆς Λογοτεχνίας», Ι’ σελ. 25, 39.

[17] «Ἱστορία τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους», Τόμος πρῶτος σελ. 215, 216, 217.

[18] «Εἰσαγωγή στή βυζαντινή ἱστορία (284 - 1461)» σελ. 37.

[19] Ι. Καραγιαννόπουλου «Τό Βυζαντινό Κράτος» σελ. 124.

[20] Αἰκ. Χριστοφιλοπούλου «Βυζαντινή Ἱστορία», Β2 σελ. 158.

[21] Δ. Ζακυθηνοῦ «Βυζαντινή Ἱστορία 324 - 1071» σελ. 233.

[22] «Τί εἶναι τό Βυζάντιο» σελ. 469.

[23] «Ἱστορία τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους», Τόμος δεύτερος σελ. 90.

[24] «Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας», Τόμος Α’ σελ. 33.

[25] «Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας», Τόμος Α’ σελ. 48.

[26] «Ἡ Πολιτική Ἰδεολογία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας», σελ. 60..

[27] Διάλεξίς του στό Συμπόσιο τοῦ Ἰνστιτούτου Dumbarton Oaks τοῦ Har­vard τόν Μάιο τοῦ 1957 δημοσιευθεῖσα στό «Dumbarton Oaks Papers», τεῦ­χος 13 (1959).

[28] «Ἡ Βυζα­ντι­νή Αὐτοκρατορία» σελ. 156, 184

[29] Ἰωάννης Καραγιαννόπουλος «Τό Βυζαντινό Κράτος» σελ. 58.

[30] «Ὁ Πρῶτος Βυζαντινός Οὐμανισμός» σελ. 277 - 278.

[31] Charles Diehl «Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας», Τόμος Α’ σελ. 50.

[32] Charles Diehl «Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας», Τόμος Γ’ σελ. 351. Ὅπως γράφει ἡ Ἑλένη Γλύκατζη - Ἀρβελέρ «Ὁ πλοῦτος καί τό με­γα­λεῖο τῆς Βασιλεύουσας θαμπώνουν τούς πολυπληθεῖς ξένους, ἐμπόρους, διπλωμάτες, μισθοφόρους, προσκυνητές… Τά πολύτιμα προϊόντα τῆς βιο­τε­­­χνίας, σμάλτα, πολύτιμα σκεύη καί ὑφάσματα χρυσοποίκιλτα, εἶναι πε­ρι­ζήτητα ἀνά τόν κόσμο». («Γιατί τό Βυζάντιο» σελ. 41).

[33] Πανεπιστημίου τῆς Ὀξφόρδης (ἐπιμ. Cyril Mango): «Ἱστορία τοῦ Βυζα­ντίου» σελ. 243.

[34] Πανεπιστημίου τῆς Ὀξφόρδης (ἐπιμ. Cyril Mango): «Ἱστορία τοῦ Βυζα­ντίου» σελ. 244.

[35] Β. Ν. Τατάκη «Βυζαντινή Φιλοσοφία» σελ. 159.

[36] «Etude sur l’  Histoire byzantine» σελ. 140.

[37] Πανεπιστημίου τοῦ Καίμπριτζ: «Ἡ Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρ­α­το­ρίας», Μέρος Α’ «Τό Βυζάντιο καί οἱ γείτονές του», σελ. 165.