«ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ 324 μ. Χ. – 1081 μ.Χ. Πρώϊμη καί Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο ἔως τήν ἄνοδο τῶν Κομνηνῶν»

τοῦ Μάνου Ν. Χατζηδάκη, Προέδρου Δ.Σ. τοῦ Ε.ΠΟ.Κ.

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ το νέο ιστορικό έργο του Μάνου Ν. Χατζηδάκη: «ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ 324 μ. Χ. – 1081 μ.Χ. Πρώϊμη καί Μέση Βυ­­ζα­­ντι­­νή Περίοδος: Ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο ἔως τήν ἄνοδο τῶν Κομ­νη­νῶν»

 Παρατίθεται αυτούσιος ο Πρόλογος του έργου:

Κεντρική Διάθεσις: Εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ, Χαρ. Τρικούπη 14 (εντός στοάς). Τηλ. παραγγελιών 210 6440021

Ὁ τίτλος «Αὐτοκρατορικός Ἑλληνισμός» περιλαμβάνει δυο λέξεις πού ἡ μία ἔχει ὁρισμό πολιτικό/ἰδεολογικό καί ἡ ἄλλη πο­λι­τι­σμικό/­ἐκπο­λιτι­στι­­κό. Μέ τήν ἔννοια «Αὐτοκρα­το­ρικός» ἐκφράζου­με τήν μετάβασι ἀπό τήν πο­λι­τική ὀργάνωσι τῆς Πόλεως - Κράτους (Κλεινόν Ἄστυ) -ὅπως αὐτή τε­λειο­ποιήθηκε κατά τήν κλασσι­κή περίοδο- στό οἰκουμενικό πολιτικό ἰδεῶδες τῆς Αὐτοκρατορίας. Μέ τήν ἔν­νοια «Ἑλληνισμός» περιγράφουμε τήν διά­δο­σι, ἐξάπλωσι καί πολιτιστική κυ­­ριαρχία τῶν Ἑλλήνων καί ὡς συνέπεια τόν γλωσσικό, ἐθνογραφικό, πο­λιτι­στικό καί πολιτικό ἐξελ­λη­νι­σμό τοῦ τότε γνω­στοῦ κόσμου.

Ὡς ἱστορικό φαινόμενο, ὁ «Αὐτοκρατορικός Ἑλληνισμός» ἔχει μία σχεδόν ἀδιάσπαστη ἱστορική συνέχεια 1784 ἐτῶν πού ἀρχίζει μέ τήν ἵδρυσι τῆς Ἀλεξανδρείας τό ἔτος 331 π.Χ. καί καταλήγει στήν ἅλωσι τῆς Κωνσταντινουπόλεως τό ἔτος 1453 μ.Χ.

Ἀπο­τελεῖ λοιπόν μία εὐρύ­τα­τη ἐποχή τοῦ ἱστορικοῦ βίου τοῦ Ἑλ­ληνικοῦ Ἔθνους ἡ ὁποία πε­ρι­­λαμ­βάνει πολλές ἐπί μέρους ἱστο­ρικές περιόδους. Ἀλεξανδρινή Αὐ­­τοκρατορία[1] - Ἑλληνιστικός Κόσμος - Ἑλληνορωμαϊκή Ἐπο­χή (Ρω­μαι­οκρατία) - Βυζαντινός Ἑλληνισμός (Πρώϊμος, Μέσος καί Ὕστερος) ἀποτελοῦν ἁπλά τίς φάσεις καί μεταλλάξεις του.

 * * *

Ἀπό τά 1784 χρόνια “Αὐτοκρατορικοῦ Ἑλληνισμοῦ”, τά 1129 ἀνήκουν σέ αὐτό πού συμβατικά ἀποκαλοῦμε «Βυζαντινή Αὐτοκρα­τορία». Στήν πρα­γμα­­τικότητα, οἱ «Βυζα­ντι­νοί» οὐδέ­πο­τε αὐτοπρο­­­σδιο­ρί­σθη­καν ἔτσι. Ὁ ὅρος ἴσχυε μόνο γιά τούς κατοίκους τῆς Πρω­­­τεύ­ουσας (Βασιλεύουσας) πού ἱδρύθηκε στήν ἀρχαία ἑλλη­νι­­­κή πόλι τοῦ Βυζαντίου. Ὅπως γράφει ὁ Διονύσιος Ζα­κυ­­­θηνός «Κατ’ αὐτούς, Βυζάντιον, Βυζαντίς, Βυζαντίων πόλις ἦτο ἡ Κων­στα­­ντι­­νού­πο­λις, Βυζάντιος δέ ὁ κάτοικος αὐτῆς».[2]

Θεω­ροῦσαν λοιπόν ἑαυ­τούς «Ρωμαί­ους» καί τό Κράτος τους «Ρωμαίων Βασιλεία» ἤ «Ρω­­μανία». Ἐπρόκειτο γιά αὐ­το­προ­σδιο­­ρι­σμό ἰδεολο­γι­­κοπο­λι­τι­­­κό καί ὄχι ἐθνι­κό.[3] Τό «Βυζάντιο» ἀπο­τε­λοῦ­σε μέν ὀργα­­νι­κή συ­νέχεια τῆς Ρω­μαϊκῆς Αὐτο­κρα­τορίας, ἀλλά μέ ἄλ­λη πρωτεύουσα (Κωνστα­­ντι­νού­πο­λις ἀντί Ρώμης), ἄλλη ἐθνο­γρα­­φία (Ἕλ­λη­νες καί ἐξελ­λη­­νισμένοι ἀντί Λατίνων), ἄλλη θρη­σκεία (Χρι­στια­νισμός ἀντί πα­γανισμοῦ) καί ἄλλη γλῶσσα (ἑλληνική ἀντί λατινικῆς).[4] Ὑπῆ­ρξε δηλαδή «Ρωμαϊκή κατ’ ὄνομα»[5], γι’ αὐτό τό «Ρωμαῖος» κατέληξε νά σημαίνη πλέον «τόν Ἕλλη­­να καθ’ ὅλου, τόν χρι­στια­νόν φυσικά Ἕλλη­να».[6] Καί ἡ Αὐτο­κρα­το­ρία νά θεω­ρεῖται «ἑλληνική συγχρόνως καί ρω­μαϊ­­κή».[7]

Σταδιακά ἀπό τόν 6ο καί κυρίως ἀπό τόν 9ο αἰώνα καί ἔπειτα, στήν λα­τι­­νοφραγκική Δύσι ἐπικράτησε ὁ ὅρος Imperium Grae­co­rum (Ἑλληνική Αὐ­τοκρα­το­ρία) καί «Graeci».[8] Ὁ ὅρος Ἑλληνική Αὐ­το­κρατορία πα­ρέμεινε σέ ἰσχύ στήν Δύσι -κυρίως στήν Γαλλία («Em­pi­re Grec») μέ πρῶτο τόν Mon­tai­gne- καί μετά τήν πτώ­σι της, μέ­­χρι τόν 16ο αἰώ­να. Λόγοι σκο­πι­μό­τη­τος ἀπέρ­­ριπταν τόν χαρακτη­ρισμό τῆς Αὐτοκρα­το­ρίας μέ τήν ἐπίσημη ὀνο­μα­σία της, ἀφοῦ κά­θε τί «ρωμαϊκό» ἔπρεπε νά προ­έ­ρχεται ἀπό τήν Δύσι.

Μέ εὐρεία ἔννοια ὁ ὅρος «Byzantinus» χρησιμοποιήθηκε πρώ­τη φο­­ρά, γιά νά περιγράψη τούς διαφυγόντες Ἕλληνες λογίους στήν Ἰταλία, μετά τήν ἅλωσι τῆς Κων­στα­ντι­νου­πόλεως τό 1453. Ἔτσι, ὁ νεολογισμός «Βυ­ζά­ντιο» - «Βυζαντινός» χρη­σι­­μο­ποι­ή­θηκε ὡς ἐπιστη­μο­­νικός ὅρος γιά πρώ­­τη φορά ἀπό τόν Hiero­ny­mus Wolf τό 1562 (Byzanti­nae Historiae). Ἀκολού­θη­σαν ὁ Philippe Labbe καί ὁ Charles Du Cange τό 1680 (Historia By­za­nti­na), οἱ ὁποῖοι ὅμως συνέχισαν παράλληλα νά χρη­σι­μο­ποιοῦν καί τόν ὅρο «Empi­re Grec» (Ἑλληνική Αὐτοκρατορία).[9] Σταδια­κά ὁ ὅρος ἐπι­κράτησε στήν ἐπι­στη­μονική κοι­νότη­τα. Θεωροῦμε ὅτι -ἄν καί εἰσα­γό­με­νος- ὁ ὅρος «Βυ­ζα­ντι­νός» δέν εἶναι ἀπόλυτα ἀδόκιμος γιά νά περιγράψη τόν με­σαι­ω­νικό Ἐλλη­νι­σμό. Διότι παράγεται ἀπό τήν ὀνομασία τῆς ἑλ­λη­νικῆς πόλεως ἡ ὁποία ὑπῆρξε τό ἐπίκεντρο τοῦ πολιτισμοῦ του. Ὅπως ἀκριβῶς συνέβη μέ τήν περίοδο τοῦ «Μυκηναϊκοῦ» Ἑλ­λη­νισμοῦ.[10]

Ἡ περίοδος τοῦ “Διαφωτισμοῦ” (τέλη 17ου - ἀρχές 18ου αἰ.) ἀποπει­­ρά­θη­κε νά κακοποιήση τήν ἱστορία τῆς ὑπερχιλιετούς Αὐτοκρα­­το­ρίας. Οἱ Γάλ­λοι Voltaire καί Mon­te­sqieu, ἀντι­­­μετώπισαν τήν «Empire Grec» μέ ἔκδηλη ὑπο­κει­­­μενικότητα, ἐμφανῆ ἐμπά­θεια καί ἀντι­χριστιανική προκατάληψι. Τό ἴδιο καί ὁ Ἄγγλος Ed. Gibbon. Κύ­­ριο χα­ρα­κτηριστικό τους ὑπῆρξε ἡ ἔλ­λειψις πηγῶν, ἡ αὐ­θαι­­ρε­σία συμπερασμά­των καί τό ὑβριστικό ὕφος.

Ἀπό τόν 19ο αἰώνα ὅμως, σημειώθηκε ἡ ἀναγέννησις τῶν βυζα­ντι­νῶν σπου­δῶν. Καί μέ τό πέρασμα στόν 20ο αἰώνα οἱ ἕδρες «βυ­ζα­ντινο­λο­γίας» ἐξαπλώ­θη­καν στά Πανεπιστήμια ὅλου τοῦ κόσμου. Τότε ἐπανέκαμψε διε­θνῶς ἀπό τούς κορυφαίους βυζαντινολόγους καί ἡ ὀνομασία «Ἑλληνική Αὐ­τοκρα­το­ρία»: «l’ Empire Grec» γιά τούς Γάλλους[11], «Greek Empire» γιά τούς Βρε­ταν­νούς[12], «Griec­hi­­s­c­hen Reich» γιά τούς Γερμανούς[13], «Gre­cheska­ya im­pe­riya» γιά τούς Ρώσσους[14] κ.ο.κ.

Μία σχετικά σύγχρονη τάσις εἶναι ἡ περιγραφή της ἁπλά ὡς «Ἀνα­­το­λικῆς Ρω­μαϊκῆς Αὐτοκρατορίας».[15] Ὅμως τόν λόγο πού αὐ­τή ἡ ἄοσμη ὀνο­μα­σία δέν ἀντα­ποκρίνεται στήν πραγματικότητα συνόψισε ὁ Herbert George Wells, ὅταν ἔγραψε: «Περί τοῦ Ἀνατολι­κοῦ αὐτοῦ κράτους ὁμιλοῦν ὡς ἐάν ἐπρό­κει­το περί συνεχίσεως τῆς ρωμαϊκῆς παραδόσεως, ἐνῶ εἰς τήν πραγματικότητα ἦτο ἡ ἀνανέω­σις τῆς παραδόσεως τοῦ Ἀλεξάνδρου… Τό κράτος αὐτό ἦτο ἑλληνικόν καί ὄχι λατινικόν. Οἱ Ρωμαῖοι εἶχαν ἔλθει καί εἶχαν παρέλθει».[16] Γι΄ αὐτό καί κατά ἕναν ὡραῖο χαρακτηρισμό, τό Κράτος ἐκεῖ­­νο στήν οὐσία ἀπετέλεσε «τήν ὡραία ἐκ­δί­κηση τοῦ Ἑλλη­νι­σμοῦ πάνω στόν Ρω­μαῖο κατακτητή».[17]

Καταλήγοντας, ἐάν θέλουμε νά ἀκριβολογήσουμε περιγράφοντας στό σύνολό τους τά 1128 χρόνια βίου τοῦ Κράτους ἐκείνου, το­τε θά υἱο­θε­τή­­σου­με τόν ἀκριβῆ ὁρισμό τοῦ Augu­st Hei­­sen­berg:

«τό ἐκ­χρι­­στια­νι­σθέν Ρω­μαϊ­κό Κράτος τοῦ Ἑλλη­νικοῦ Ἔθνους».[18]

 

* * *

Ἡ Αὐτοκρατορία αὐτή δέν ὑπῆρξε προϊόν στρα­τιω­τικοῦ κατο­ρθώ­­μα­τος. Ὑπῆρξε προϊόν μακρᾶς ἐσωτε­ρι­κῆς διεργασίας καί ἐξε­λίξεως. Χρειά­σθη­καν σχεδόν τρεῖς αἰῶνες (4ος-6ος αἰ.) γιά τήν διαμό­­ρφωσί της καί τήν ὁλοκλη­ρω­τική με­τάβασι ἀπό τόν ρω­­μαϊ­κό im­perium, στόν βυζαντινό ἑλ­λη­νισμό. Γιά τό πέ­ρα­σμα δηλαδή τῆς κυρια­ρ­χίας ἀπό τούς Λατίνους Romani στούς Ἕλληνες “Ρω­μαί­ους”.

Ὄντας ἡ μα­κροβιότερη αὐτοκρατορία τῆς παγκό­σμιας ἱστο­­ρίας (1128 χρόνια), δέν ὑπῆ­ρξε ἕνας ἑνιαῖος, ἀλλά ἕνας συνεχῶς μετα­σχη­μα­τιζόμενος ἀνά τούς αἰώ­νες ὀργανισμός καί πολιτι­σμός, ὁ μο­­ναδικός στην Εὐρώπη μέ «ἀδιάλειπτη  ἱστορική πορεία ἀπό τήν ἀρχαιότητα με­χρι τήν αὐγή τῆς σύγχρονης ἐποχῆς».[19]. Ἡ ἐπι­στη­μο­νική κοι­νότητα διαχωρί­ζει τήν ἱστορία της σέ τρεῖς βασικές περιό­δους: Τήν Πρώϊμη, τήν Μέση καί τήν Ὕστερη.

 Στόν παρόντα τόμο ἀναλύουμε τήν Πρώϊμη καί Μέση Βυ­­ζα­­ντι­­νή Περίοδο. Δηλαδή ἀπό τήν μονοκρατορία τοῦ Κων­­στα­ντί­νου Α’ τοῦ Μέγα καί τήν ἵδρυσι τῆς Κωνστα­ντι­νου­πό­λεως τό ἔτος 324 μ.Χ. μέχρι τήν ὁρι­στι­κή ἐπι­κρά­τησι τῆς δυ­να­στείας τῶν Κομ­νη­νῶν τό ἔτος 1081 μ.Χ.[20]

Ὁ τόμος χωρίζεται σέ δυό μέρη μέ τά ὁποῖα ἐπιδιώκουμε καί τόν ἀκρι­βή ἱστο­ρι­κό ὁρισμό τῆς κάθε περιόδου. Τό πρῶτο μέρος ἀφο­ρᾶ τήν Πρώϊμη Βυ­ζαντινή Πε­ρίο­δο (324 μ.Χ.-610 μ.Χ.) ποῦ ὀνο­μάζουμε «Ἐκχρι­στια­νι­σμένο Ρω­­μαϊκό Κράτος τοῦ Ἑλλη­νι­στι­κοῦ Κόσμου». Τό δεύτερο μέρος ἀφορᾶ τήν Μέση Βυζαντινή Περίοδο (610 μ.Χ.-1081 μ.Χ.) πού ὀνο­μά­ζου­με «Ἑλληνο-Χρι­στιανική Αὐ­­το­κρα­τορία τῆς Ρωμανίας». Ἡ ἀκριβής αἰ­τιο­­λογία τῶν ὀνο­μα­­­­σιῶν αὐτῶν τεκμηριώνεται ἀναλυτικά στό ἔργο.

Ἡ παρούσα ἐργασία ἀποτελεῖ ἔργο συνθετικό πού βασίζεται σέ πρω­το­γε­νεῖς πηγές ἀλλά καί τήν κυριότερη ἑλληνική καί ἰδίως ξέ­νη βιβλιο­γρα­­φία του­λά­χιστον 230 ἐπιστημονικῶν ἔργων. Εἶναι συ­νεπῶς ἀποτέ­λε­σμα ἐνδε­λε­­χούς ἐρεύνης καί ἐξαντλητικῆς διασταυ­ρώσεως στοιχείων καί πηγῶν. Βα­σίζεται δέ στίς ἀπόψεις καί τά συμπεράσματα τῶν εἰδικῶν ἐπιστημόνων.

Ἀποτελεῖ μία Πολιτική Ἱστορία, ὁλο­κλη­ρω­μένη καί προ­­σε­κτι­κά δο­μη­μένη, ἐπιστη­μο­νικά τεκμηριωμένη, ἀλλά ὄχι περιτ­τά ἀνα­λυ­τι­κή. Εὐ­κατά­λη­πτη ἀλλά καί μέ κριτικό ἀναλυτικό πνεῦ­μα. Μία ἱστο­ρία πού δί­νει ἀπα­ντή­σεις σέ ἐρωτήματα. Καί πού ἀποδεικνύει τήν σύνδεσι τῆς ἐξι­στο­ρου­μένης περιόδου μέ τόν Ἐλ­λη­νισμό μέσα ἀπό στοι­­χεῖα καί πη­γές. Στό τέ­λος κάθε Μέρους ὑπά­­ρχει ξεχωριστό κεφάλαιο μέ τήν “Ἀποτί­μη­σι” τῆς κά­θε περιό­δου. Ἐκεῖ ἀνα­λύ­ε­ται κατά πρῶτον ἡ ἐθνογραφία τῆς περιό­δου κα­τά περιοχή. Κατόπιν γί­νεται εἰς βάθος ἀνάλυσις καί ἑρμη­νεία τῶν ἱστο­ρι­κῶν γεγονότων πού ἐξι­στο­ρήθηκαν καί ἐξά­γονται τά ἀπαραί­τη­τα πο­λι­τικά συμπε­ρά­σματα πού τήν χαρακτηρίζουν. Τέλος, περιγρά­­φε­ται συ­νο­πτικά ὁ πολιτισμός καί πνευ­ματικός βίος ἑκάστης περιόδου (Γλῶσ­­σα, Παι­δεία, Δίκαιο, Νο­μοθεσία, Φιλοσοφία, Φιλολογία, Λογοτεχνία, Ἱστ­ο­­ρία, Ἐπι­στῆμες, Τέχνη κ.λπ.).

Εὐελπιστοῦμε ὅτι ἡ παρούσα μελέτη συμβάλλει στήν κατανόη­σι ἀλλά καί ἔξαψι τοῦ ἐνδιαφέροντος γιά τόν Βυζαντινό Ἑλληνισμό ἤ ἀλ­λιῶς το “ἐκχριστιανισμένο Ρωμαϊκό Κράτος τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους”, τοῦ ὁποί­ου οἱ νέοι Ἕλληνες εἴμαστε οἱ ὀργανι­κοί καί σαρκικοί συνεχιστές καί πού ἀπο­τελεῖ ἀποκορύφωσι τοῦ ἱστορικοῦ ἐκείνου φαινομένου πού ἀπο­­­κα­λοῦμε “Αὐτοκρατορικός Ἑλ­λη­νι­σμός”.

 Μάνος Ν. Χατζηδάκης

Υποσημειώσεις:

[1] Ὁ Ἀλέξανδρος Γ’ ὁ Μέγας ἐγκαινίασε τόν «Αὐτοκρατορικό Ἑλληνισμό». Ὑπῆρξε ὁ πρῶτος Ἕλλην Αὐτοκράτωρ καί ἐκεῖνος πού πρῶτος διέσπειρε τόν Ἑλληνισμό στήν Ἀνατολή.

[2] «Βυζαντινή Ἱστορία 324 - 1071» σελ. 10.

[3] Τό συγκεκριμένο θέμα θά ἀναλυθῆ ἐκτενέστερα σέ κεφάλαιο τοῦ παρόντος ἔργου.

[4] Ὁ θεμελιωτής τῶν βυζαντινῶν σπουδῶν στίς Η.Π.Α. Georg Ost­ro­go­rsky πα­ρα­τη­ρεῖ ὅτι: «δέν παύει ν’ ἀπο­μα­­κρύ­νεται ὁλοένα στό κύ­λισ­μα τῶν αἰώ­νων ἀπό τίς ἀρ­χι­κές ρω­μαϊ­κές του βάσεις, ἐνῶ ὁ ἐξελ­­λη­νισμός του στήν κου­­λτούρα καί στή γλῶσσα συνε­χίζε­ται θριαμ­βευ­τι­κά». («Ἱστορία τοῦ Βυ­ζα­ντι­νοῦ Κράτους» Τόμος πρῶτος, σελ. 90.

[5] Edwin Pears «Ἡ Καταστροφή τῆς Ἐλ­λη­νικῆς Αὐτοκρατορίας» σελ. 23.

[6] Karl Kru­m­­­­ba­cher «Ἱστορία Βυζαντινῆς Λογοτεχνίας», Ι’ σελ. 24.

[7] Ι. Καραγιαννόπουλου «Τό Βυζαντινό Κράτος» σελ. 124.

[8] Τοῦτο ὅπως θά δοῦμε ἀναλυτικά στό παρόν ἔργο, προέκυψε ἀπό τίς λα­τινο­φρα­γκικές πολιτικο­θρησκευ­τικές διεκδικήσεις μετά τήν στέψι τοῦ Καρλομάγνου (800) καί τόν ἀκόλουθο δυτικό “σφε­τε­ρισμό” τοῦ τίτλου τῶν «Ρωμαίων» (βλπ. γε­ρμα­νική «Ἁγία Ρωμαϊκή Αὐτοκρα­το­ρία» τῶν Ὀθω­νιδῶν κ.ο.κ.). Ἐκτός ὅμως ἀπό τούς λα­τινο­γερμα­νούς, «Γραικούς» (=Ἕλ­ληνες) τούς ἀποκαλοῦσαν καί οἱ Ἀρμέ­νιοι, οἱ Σύ­ριοι, οἱ Σλαύ­οι, οἱ Ρῶ­σσοι, οἱ Σκανδιναυοί, ἐνῶ οἱ Πέρσες, οἱ Ἄραβες καί ἀργότερα οἱ Τού­ρκοι τούς ἀπο­κα­λοῦσαν Rum=Ρωμαίους ἀλλά καί Yunan=Ἴωνες (βλπ. πα­ρα­κάτω.

[9] Ὁ ὅρος ἀπομάκρυνε ἀπό τήν ἐπιστη­μο­νική ὁρολογία περιστασιακά ὀνό­ματα ὅπως τοῦ Le Beau: «Bas - Empire» (Με­­τα­γενέ­στερο Ρωμαϊκό Κρά­τος), ἤ τοῦ Ban­du­ri: «Im­perium Orientale Con­sta­ntinopolitanae» (Ἀνατο­λι­­κή Αὐτοκρα­τορία τῆς Κων­στα­­­ντι­νου­­πόλεως).

[10] Ὅπως καί στήν περίπτωσι τῶν βυζαντινῶν, οἱ Μυκηναῖοι Ἕλληνες οὐ­δέποτε αὐ­­το­­απεκλήθησαν ἔτσι. Ὀνόμαζαν τούς ἑαυτούς τούς Ἀργείους, Δαναούς ἤ Ἀχαι­ούς. Ὁ πολιτισμός τους ἀπεκλήθη “Μυκηναϊκός” διότι ἐπί­κεντρο καί ἄτυπη πρωτεύου­σά του ὑπῆρξαν οἱ Μυκῆνες, ὅπως ἀκριβῶς συνέβη καί μέ τό Βυζάντιο.

[11] Alfred Rambaud, Gustave Schlumberger, Charles Diehl, Louis Brehier, Al­­p­honce Couret, Francois Lenor­mant, Marie Bros­set, Charles Lan­glois, Hen­­ri Gregoire κ.ἄ.

[12] George Finlay, John Bury, Steven Runciman, Edwin Pears, H. G. Wells κ.ἄ.

[13] Karl Crumbacher, Augu­st Hei­­sen­berg, Wilhellm Heyd, Ferdinand Wa­sten­­­feld, Johannes Seger, August Friedrich Gfrö­rer, Wil­liam Fisc­her, Ferdinand Gregorovius, Karl Hopf, Gustav Friedrich Hertzberg κ.ἄ.

[14] Georg Ostrogorski, A. A. Vasiliev, Uspensky, Levtchenco κ.ἄ.

[15] Οἱ προθέσεις αὐτοῦ τοῦ νέου νεολογισμοῦ εἶναι μᾶλλον ὕποπτες ἀφοῦ ὡς ὀνο­μασία σκοπίμως δέν περιέχει καμμία σύνδεσι ἤ ἀναφορά στόν Ἑλληνι­σμό της.

[16] «Παγκόσμιος Ἱστορία».

[17] Ἰωάννου Καραγιαννόπουλου «Τό Βυζαντινό Κράτος» σελ. 57 - 58.

[18] «Staat und Gesellschaft des byzantinischen Reiches, Die Kultur der Ge­gen­wart» σελ. 364. Ὀνομασία πού ταιριάζει καί ὡς ἀπάντησις στόν σφετερισμό τῆς “Ἁγίας Ρω­μαϊ­κῆς Αὐτοκρατορίας τοῦ Γερμανικοῦ Ἔθνους” πού σχη­ματίσθηκε κατά τόν 10ο αἰώ­­να στήν Δύσι. Ἡ ἐκδοχή τῆς ὀνομασίας της ὡς “Ἑλληνορωμαϊκῆς Αὐτο­κρατορίας” θά ἐπέφερε σύγχυσι ἀφοῦ ἔτσι ἀποκαλεῖται ἡ προηγούμενη ἱστο­ρι­κή περίοδος τῆς Ρωμαιοκρατίας καί τοῦ λεγομένου “ἑλλη­νο­ρω­μαϊκοῦ πολιτι­σμοῦ” πού προέκυψε κατ’ αὐ­τήν.

[19] Πανεπιστημίου τῆς Ὀξφόρδης: «Ἱστορία τοῦ Βυζα­ντίου», σελ. 32, Cyril Mango, Εἰσαγωγή.

[20] Οἱ ὑπόλοιπες περίοδοι τοῦ “Αὐτοκρατορικοῦ Ἑλληνισμοῦ”, δηλαδή ὁ Ἀλε­­ξαν­δρι­­νός - Ἑλληνιστικός καί Ἑλληνορωμαϊκός Κόσμος κα­θώς καί ἡ Ὕστερη Βυζα­ντι­νή Περίοδος θά ἀποτελέσουν ξεχωριστούς τόμους τοῦ πα­ρόντος ἔργου.