Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ & Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

τοῦ Μάνου Ν. Χατζηδάκη, Προέδρου Δ.Σ τοῦ ΕΠΟΚ

Δημιουργία & ἐπέκτασις: Ἀπό τήν Μυ­­κηναϊκή μέχρι τήν Έλληνιστική περίοδο

Ὁ ἑλληνισμός τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ξεκίνησε τήν Μυ­­κηναϊκή περίοδο καί παγιώθηκε περί τόν 8ο αἰώνα π.Χ. στά παράλιά της μέ τόν ἐποικισμό: - Ἰώνων πού ίδρυσαν τίς πόλεις Μίλητο, Μυό, Πριήνη, Ἔφεσο, Κολοφώνα, Λέβεδο, Τέω, Κλαζομενές, Ερυθρές καί Φώκαια μέ θρησκευτικό κέντρο τήν Μυκάλη. - Αἰ­ολέων  πού ἵδρυσαν τίς πόλεις Σμύρνη, Αγές, Γράνεια, Κίλλα, Κύμη, Λάρισα, Αἰολίδα, Μύρινα, Νέο Τείχος, Νότιον, Πιτάνη, καί Τήμνο καί τόν 7ο αἰώνα π.Χ. ἐπεκτάθηκαν στήν Τρωάδα. - Δω­ριέων πού ἵδρυσαν τίς πόλεις Ἀλικαρνασσό καί Κνίδο, μέ θρησκευτικό κέντρο τόν ναό τοῦ Ἀπόλλωνος στό ἀκρωτήριο Τριόπιο.

Ἀπό τά μικρασιατικά παράλια οἱ Ἕλληνες ἀποίκισαν τόν 8ο αι. π.Χ. καί τά παράλια τοῦ Εύξείνου Πόντου ἵδρύοντας τήν Σινώπη ἡ ὁποία μέ τήν σειρά της ἵδρυσε τό 756 π.Χ τήν Τραπεζούντα, τήν Κρώμνη, τό Πτέρυον, τήν Κύτωρο κ.α.

Στήν Ἑλλη­­νιστική περίοδο ὁ Ἑλλη­­νι­σμός μέ τό Κράτος τῶν Σελευκιδῶν ἐπεκτά­θη­­κε στά βά­θη τῆς Μ. Ἀσίας μέ συ­νέ­πεια ἡ ἑλλη­νική γλῶσσα νά ἐκτο­πί­ση πα­­ντε­λῶς τήν λυδική, τήν κα­­ρι­κή, τήν φρυγική κ.λπ. καί νά δημιουργηθούν τά ἐλληνιστικά κράτη Βιθυνίας, Καππαδοκίας, Περγάμου, καί Κιλικίας

Στόν Πόντο ἐξελληνίζονται πλήρως τά Κόμανα, τά Κάβειρα, ἡ Γαζίουρα καί ἡ Ἀμάσεια. Ἡ Τραπεζούντα, τά Κοτύωρα, ἡ Ἀμισός (Σαμψούντα) καί ἡ Σινώπη ἀνέρχονται σέ κορυφαία ἑμπορικά καί πολιτικά κέντρα. Καί μέ τήν ἵδρυσι τοῦ Ἑλληνιστικοῦ Βασιλείου τοῦ Πόντου (302-63 π.Χ.) ὁ πλήρης ἐξελληνισμός ἑπεκτείνεται σέ ὅλη τήν Καππαδοκία (Μεγάλη Καππαδοκία καί Καππαδοκία τοῦ Πόντου) καί η ἐλληνική γίνεται ἡ ἑπίσημη γλῶσσα. Κατά τήν Ρωμαϊκή κυριαρχία ὁ ἐλληνισμός τῆς Μικρᾶς Ἀ­σί­ας συνεχίζει τήν ἑκπολιτιστική του ἑπέκτασι. Ὁλόκληρο τό παραλιακό τμῆ­μα τῆς Μικρᾶς Ἀ­σί­ας καί ἡ πε­διά­δα τῆς Κιλικίας «ἦταν ἐξελ­λη­νισ­μέ­νο γιά πάνω ἀπό χίλια χρό­νια πρίν ἀπό τή βασιλεία τοῦ Ἰουστι­νια­­νοῦ»[1].

  ἑλληνιστική & μικρασιατική συμβολή στήν διάδοσι τοῦ Χριστιανισμοῦ

 Ἀπό τήν γέννησί του, ἡ ἑρμηνεία καί διάδοσις τοῦ Χριστια­νι­σμοῦ βασίσθηκε στήν ἑλληνική γλῶσσα, πού ἀποτελοῦσε τήν κοι­νή γλῶσσα τῆς Ἑλληνιστικῆς Ἀνατολῆς, Οἱ 7 Ἐπιστο­λές τοῦ Ἀποστόλου Παύ­λου γράφηκαν στά ἑλληνικά καί ἀπευ­θύνθηκαν κυρίως σέ Ἕλληνες.[2] Τά 4 εὐαγγέλια γράφ­η­καν στήν ἑλληνική κοι­νή. Ὅπως γράφει ὁ Κ. Πα­παρ­­ρηγόπου­λος γιά τόν Χρι­στιανι­σμό: «ὁ πρῶτος αὐτοῦ κῆρυξ, λειτουργός, δι­δά­­­σκα­­λος καί νο­μο­θέ­της ὑπῆρξεν ὁ ἑλληνισμός».[3] Ὁ Χριστιανισμός ξεκίνησε τήν πορεία του στίς ἑλληνιστικές πόλεις τῆς Δαμασκοῦ, τῆς Βεροίας καί τῆς Ἀντιοχείας στήν ὀποία δημιουργήθηκε ἡ πρώτη ἐκκλησία Χρι­­στια­νῶν "ἐξ ἐθνῶν", προερχόμενη κυρίως ἀπό Ἕλληνες. Ἐκεῖ ἦταν πού ἡ νέα θρη­σκεία ἔλαβε καί τό ὄνομα Χριστιανισμός.

Ἀμέσως ἑπεκτάθηκε στην Μικρά Ἀσία: Μέχρι τόν 4ο αἰώνα οἱ ἑπτά πρῶτες Χριστιανικές Ἐκκλησίες[4] εὑρίσκο­ντο ὅλες σέ ἑλληνικές πόλεις της: Στήν φε­σο, τήν Σμύρνη, τήν Πέργαμο, τήν Θυάτειρα, τίς Σάρδεις, τήν Φι­λαδέλφεια καί τήν Λαοδίκεια, οἱ ὁποῖες ἀποτελούν τίς «ἑπτά λυχνίες» τῆς «Ἀποκα­λύψεως» τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου. Ὅπως ἐπιση­μαί­νει ἡ Ἑλένη Γλύκατζη - Ἀρβελέρ «Εἶναι πόλεις τῆς δυτικῆς, τῆς ἀπό τήν ἀρχαιότητα δηλαδή ἐξελληνισμένης, ἑλληνικῆς θά ἔλεγα, Μικρα­σί­ας».[5]

Εἶχε ἤδη δια­­­­δο­θῆ στήν Ἀλεξάνδρεια, τήν Καισάρεια, τήν Σμύρνη, τήν Θρά­­­­κη, τήν Κρήτη, τήν Κύπρο, τήν Θεσσα­λο­νί­κη, τήν Βιθυνία, τόν Πό­ντο, τήν Πάτμο, τίς Σποράδες καί τίς Κυκλάδες.

 Ὁ ἐ­ξελ­­λη­νι­σμός τοῦ Βυζαντίου ἔργο τῶν μικρασιατῶν (4ος - 6ος μ.Χ. α.)

 Μέχρι τόν 4ο αἰώνα μ.Χ. εἶχε ἐξελληνισθῆ πλή­ρως ἡ Καππα­δο­κία. Πλή­­ρως ἐ­ξελ­ληνι­σμέ­νος ἦταν ὁ Εὔ­­ξει­νος Πό­­ντος καί ἡ νότια ἀκ­τή τῆς Κρι­­­μαίας. Υ­πή­­ρχαν μό­νο κάποιοι “θύλακες” Κε­λτῶν στήν μι­­κρασιατική Γα­λα­τία[6] καί ἡμιεξελληνισμένοι Ἴσαυροι στήν ὀ­ρει­­­νή Κιλικία, ἐνῶ μέ­χρι τόν 6ο αἰώ­να εἶχε ἐξα­λειφ­θῆ ἡ ἰσαυρική γλῶσσα. Στά ἀνα­το­λικά τοῦ Πόντου ὑπή­ρ­χαν καυ­κά­σιοι λαοί (Γε­­ω­­­ρ­για­­νοί, Ἄβασ­γοι, Λά­ζοι) καί ἀνατολικά τῆς Καπ­πα­δοκίας ἀ­ρ­με­­νι­κές ἑστίες. Ὅπως ἐπισημαίνει ἡ Ἑλένη Γλύ­κατζη - Ἀρβε­λέρ γιά τήν Μικρά Α­σί­α, «ἡ ἑλληνογενής ἐπίδρα­σή της καλύ­πτει ἐκτός ἀ­πό τήν Ἰωνία, τήν Τρω­­ά­δα, τήν Αἰολίδα, τή Λυκία, τή Κα­ρία, τή Μυ­­­σία καί τή Βυ­θη­­νία καί τόν παράλιο Πόντο ὥς τή Φρυ­γία».[7]

Γράφει σχετικά ὁ Σπῦρος Βρυώνης: «Στή Μικρά Ἀσία… ἡ σχε­τι­κή ἀσφάλεια τῆς χώρας, πού δέν δε­χ­θηκε μεταναστεύσεις καί εἰσ­βο­λές, ἐπέτρεψε στό ρεῦμα τοῦ ἐξελληνισμοῦ νά ἀποκτήσει βαθύ­τε­ρες καί στερεότερες ρί­ζες. Ἤδη τόν 6ο αἰ. οἱ παλαιές μή ἑλληνι­κές γλῶσσες εἴτε εἶχαν ἐ­ξα­φανισθεῖ ὁριστικά, εἴτε ἔβαιναν πρός τήν ἐξαφάνισή τους. Ἡ λυδική, ἡ λυκιακή, ἡ κελτική, ἡ γοτθική, ἡ φρυ­­γική, ἡ ἰσαυ­ρι­κή καί ἡ καππαδοκική εἶχαν πάψει νά ἀποτελοῦν ἀντι­­πάλους γιά τήν ἑλληνική, ἐνῶ παράλληλα ἡ μή ἐμφάνιση ἄξι­ων λόγου νέ­ων ἐθνικῶν ὁμάδων στή χερσόνησο, ἐνίσχυσε ἀκόμη πε­ρισ­σό­τερο τή θέση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας».[8]

Αὐτό ἐπισημαίνει καί ὁ Charles Diehl: «Ἀπό τήν ἀρχαιότητα, ἡ ἐθνογραφία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας εἶχε ὑπο­­στεῖ ἐλάχιστες μεταβολές. Ἡ ἑλληνική φυλή καί ἡ ἑλληνική γλῶσσα κυριαρχοῦσαν ἀνέκαθεν ἐκεῖ. Ἡ ἀνατολική χερσό­νη­σος εἶχε ὑποστεῖ πολύ λιγότερες βαρ­βα­ρι­κές ἐπιδρομές ἀπό τή βαλκανική χερσόνησο… Γενικά ἡ ἑλληνική Ἀσία παρέμενε μέ τόν ὁμοιογενῆ πληθυσμό της, τίς ξακουστές πό­λείς της, τίς με­­­γά­λες ἀναμνήσεις της».[9] Γι’ αὐτό καί πάλι ἡ Ἑλένη Γλύκατζη - Ἀρβελέρ γράφει ὅτι: «ὁ ἐ­ξελ­­λη­νι­σμός τοῦ ρωμαιο­γεν­νη­μένου Βυζαντίου εἶναι ἔργο, πάνω ἀπ’ ὅλα, τῶν μικρασιατικῶν πληθυσμῶν τοῦ ἑλληνιστικοῦ κόσ­μου».[10]

Ὅσο πλησιάζουμε στό τέλος τῆς μεταβατικῆς αὐτῆς περιόδου, τόσο πληθαίνουν οἱ Ἕλληνες ἤ ἐξελληνισμένοι Αὐ­το­κράτορες. Ο­ρ­­θό­τατα ὁ καθηγητής Παῦλος Καρολίδης, ἔγρα­ψε ὅτι ὅλοι οἱ Αὐ­τοκράτορες ἀπό τόν Μαρκιανό μέχρι τόν Τι­βέριο «μᾶλ­λον ἤ ἧττον ἦσαν Ἕλληνες». Καί «ἀπό τοῦ Μαυρικίου πάντες οἱ Βασιλεῖς κατή­γοντο ἐκ τῶν ἐξηλ­ληνισμένων χωρῶν τῆς Ἀνατολῆς καί ἰδίως ἀπό τῆς Μικρᾶς Ἀσίας».[11]

 Πυρήνας τῆς Ἑλληνο-Χριστιανικής Αὐτοκρα­το­ρίας τῆς Ρωμανίας (6ος - 11ος μ.Χ. α.)

 Μέχρι τόν 6ο αἰώ­να μ.Χ. ὁ ἐ­ξελ­­λη­νισ­μός τῆς δυτι­κῆς, νότιας καί κεντρικῆς Μικρᾶς Ἀσίας εἶχε κα­ταστῆ πλήρης. Κά­ποιες μετοικεσίες, μέχρι τόν 8ο αἰώνα εἶχαν ἀφομοιωθεῖ τε­λείως («Γαλατογραικοί» καί «Γοτθογραικοί»). Στά μέσα τοῦ 8ου αἰ­ῶνος ση­μειώ­νε­ται μετανάστευσις περίπου 208.000 Σλαύ­ων[12] στό Θέμα Ὀ­ψικί­ου -στήν περιοχή Βι­θυ­νίας, δυτικά τοῦ Σαγγαρίου- οἱ ὁποῖοι ἐκ­χρι­στια­νίσθηκαν καί ἐξελληνίσθηκαν.

Τόν 7ο αἰώνα, μέ τήν ἀραβική κατάκτησι τῆς Ἑλληνιστικῆς Ἀνατολῆς (Συρίας, Παλαιστίνης, Αιγύπτου) τό Βυζάντιο πετυχαίνει κατά τόν Διονύ­σιο Ζακυθη­νό «τήν ἐθνολογικήν του ὁμοιογένειαν».[13] Ὅπως ἐπε­ξη­γεῖ ὁ Charles Die­h­l: «οἱ ἑλληνόφωνοι πληθυσμοί εἶχαν ἀποκτή­σει κ­υρία­ρχη θέση στήν πιό “μαζεμένη” αὐτοκρατορία: Στή Μικρά Ἀσία, στήν Κων­στα­ντι­νού­­πολη, στή Θράκη καί στήν περιο­χή τοῦ Αἰ­γαί­ου ὑπῆρχε ἕνας ἰσχυ­ρός καί ὁμοιογενής πυρήνας ἑλληνικῆς κα­τ­α­γω­γῆς καί πο­λι­τισμοῦ».[14] Καί αὐτός ὁ ὁμοιογενής πυρήνας ἔδωσε στό πο­λυ­εθ­νι­κό Βυζάντιο τόν ἑλληνικό χαρακτήρα του.

Ἀπό τόν 7ο μέχρι τόν 11ο αἰ­ώ­να, Ἰωνία, Καρία, Φρυγία, Λυ­κία, Καπ­πα­­­­δοκία, Ἰσαυ­ρί­α ἦσαν ἀ­πο­κλειστικά ἑλληνό­φω­­­νες. Μό­­­­νο στήν ἀ­να­­­το­λι­κή Μικρά Ἀσία ἐ­πέ­­­ζησαν ἡ ἀρμε­νι­κή, ἡ κου­ρδι­­κή καί ἡ γεω­ρ­γιανή γλῶσσα. Ὁ Κων­­στα­ντῖνος Ζ’ Πορ­φυ­ρογέν­νη­­τος ἀποκαλεῖ «ἑλληνί­δας πό­λεις» ἐ­κεί­­­νες τοῦ Θεμά­τος Πα­φ­λα­γο­­νί­­ας καί ἀναφέρει ὅτι ἡ Σι­νώπη, Ἀμάσεια, Α­μι­σός καί Τρα­πε­ζού­ντα «Ἑλλή­νων εἰσίν ἀ­ποι­­κί­αι».[15] Καί πράγματι οἱ ἀποκλει­στι­κά ἑλληνόφωνες πόλεις καί λι­μά­νια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπως ἡ Ἔφε­­σος, ἡ Μίλητος, ἡ Σμύρνη, ἡ Φώκαια, ἡ Πέ­ργαμος, ἡ Φιλαδέλ­φεια, ἡ Νίκαια, τό Δορύλαιον, ἡ Και­σάρεια, τό Α­μό­ριο, ἡ Α­μά­­σεια, οἱ Χῶνες, ἡ Κερασούντα, ἡ Σι­νώ­­πη, ἡ Τραπεζο­ύ­ντα, ἡ Ἀμισός, ἡ Ά­μα­στρις, ἡ Ἄγ­κυ­­ρα, ἡ Ἀτ­τά­λει­α, ἡ Ταρσός, ἀκμάζουν καθ’ ὅλη τήν πε­ρίοδο με­χρι τόν 11ο αἰώ­να!

Ἔτσι, ὅπως γράφει ὁ κα­θη­γητής Σπῦρος Βρυώνης, μέχρι τίς ἀ­ρ­­­­χές τοῦ 11ου αἰῶνος «ἡ δυτι­κή καί ἡ κεντρική Μικρά Ἀσία πα­ρέ­με­­ναν στό με­γαλύτερο μέρος τους κατά κύριο λόγο ἑλληνό­φω­νες καί ὀρθό­δοξες».[16] Γεγονός πού ἐπιβεβαιώνει ὁ Charles Diehl ὁ ὁ­ποῖ­­ος ἀ­να­φέρει ὅτι «ἀπό τό στόμιο τοῦ Ἄλυ (ποταμοῦ) μέχρι τή Ρόδο ὀ­λό­­­κλη­ρη ἡ περιοχή δυτικά τῆς γραμ­­μῆς αὐτῆς, ἦταν σχεδόν ἐξ’ ὁλο­κλήρου ἑλληνική» καί «ἀπo­τε­­λεῖτο στή μεγάλη πλειοψηφία του ἀπό Ἕλλη­νες ἤ ἐξελληνι­σμέ­να ἔθνη».[17] Καί συνεχίζει ὁ Γάλλος βυ­ζαντινολόγος μέ τήν παρατήρησι ὅτι ἡ κοινωνία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἦταν ἡ «περισσότερο ἑλληνική στή γλῶσσα καί στήν κατά­γω­­γη».[18]

Ἡ Μικρά Ἀσία ἦταν ἡ κύρια πηγή δυνάμεως τῆς Αὐτοκρα­το­ρίας σέ ἔμψυχο καί ἄψυχο ὑλικό καί ὁ τόπος τῶν ἐπῶν καί τῶν θρύλων της. Ἡ ἀρχή τοῦ τέλους τῆς ὑπῆρξε ἡ μά­χη τοῦ Μά­ν­τζι­κερτ (1071). Οἱ Σελτζοῦκοι Τού­ρκοι κυριάρχησαν ἀπό τήν Κι­λι­κία μέχρι τόν Ἑλλήσποντο καί ἄρχισε ἡ μαζική ἔξο­δος τῶν Ἑλλή­νων. Μέχρι τό 1080 σημειώθηκε ἡ πρώτη μικρασια­τική καταστρο­φή.

Ὁ Ἑλληνισμός τῆς Μικρᾶς Ἀσίας βέβαια συνέχισε νά ἀκμάζει ὅπως ἀ­πέ­δειξαν π.χ. ἡ Αὐτοκρατορία τῆς Νικαίας (1204-1261) και ἡ Αὐτοκρατορία τῆς Τραπεζούντος στόν Πόντο (1204-1461) -πρῶτα πράγματι δείγματα ἐθνικῶν ἑλληνικῶν κρατῶν μαζί μέ τό Δεσποτάτο τῆς Ηπείρου- καί ἐπιβίωσε καί κυριάρχησε ἐμπορικά καί πολιτιστικά πολύ περισσότερο ἀπό τήν κυρίως Ελλάδα, ἀκόμη καί στούς αἰώνες τῆς ὁθωμανικῆς κυριαρχίας ὅπως ἀπέδειξε ἡ ἀκτινοβολία τῆς Σμύρνης ὡς «Παρισίων τῆς Ἀνατολῆς» καθῶς καί τό μέγεθος τῶν ξεριζωμένων Ἑλλήνων κατά τήν μεγάλη μικρα­σια­τική καταστροφή τό 1922. Θέματα πού θά ἀναλυθούν σέ ἐπόμενο ἄρθρο…

 

1922: Η Σμύρνη στίς φλόγες...

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Cyril Mango «Βυζάντιο: Ἡ Αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ρώμης» σελ. 27.

[2] Πρός Θεσσαλονικεῖς, πρός Γαλάτες, πρός Κορινθίους, πρός Φιλιπ­πη­­σίους, πρός Φιλήμονα, πρός Κορινθίους, πρός Ρωμαίους. Χαρακτη­ριστικό εἶναι τό γεγονός ὅτι τήν Ἐπιστολή πρός Ρωμαίους τήν ἔγραψε στά ἑλληνικά χωρίς νά χρειάζεται μετάφρασι.

[3] «Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους», Τόμος Τρίτος σελ. 456. Ἔτσι, ὅπως γρά­φει στήν ἴδια σελίδα, «ὁ χριστιανισμός διέσπασε τούς φραγμούς ἐντός τῶν ὁποίων ἤθελε νά περιορίση αὐτόν ὁ ἰουδαϊσμός…».

[4] Ἡ προέλευσις τοῦ ὀνόματος “Ἐκκλησία”, προῆλθε ἀπό τήν ἑλληνική "Ἐκκλησία τοῦ Δήμου".

[5] «Γιατί τό Βυζάντιο» σελ. 82.

[6] Οἱ Γαλάτες αὐτοί ἀφομοιώθηκαν τόσο, ὥστε τά ὑπολείματά τους νά ἀ­πο­καλοῦνται ἀργότερα «Γαλατογραικοί» ἤ «Ἑλληνογαλάτες». Τό ἴδιο συ­νέβη καί μέ μερικά ὑπολείματα Γότθων “φοιδεράτων” πού τόν 6ο αἰ­ώ­να ἐγκαταστάθηκαν στήν Μικρά Ἀσία καί τόν 8ο αἰώνα εἶχαν ἀφο­μοιω­θεῖ τόσο ὥστε νά ἀποκαλοῦνται «Γοτθογραικοί», πρίν ἐξαφανι­σ­θοῦν τελείως.

[7] «Γιατί τό Βυζάντιο» σελ. 83.

[8] «Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους», Τόμος Ζ’ σελ. 442.

[9] «Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας», Τόμος Β’ σελ. 205.

[10] «Ἑλληνισμός καί Βυζάντιο», Γενική Εἰσαγωγή στήν «Ἱστορία τοῦ Ἑλλη­νι­κοῦ Ἔθνους», Τόμος Ζ’ σελ. 13.

[11] Παύλου Καρολίδη «Ἐγχειρίδιον Βυζαντινῆς Ἱστορίας» σελ. 83.

[12] Τό γεγονός ἔγινε ἐπί Κωνταντίνου Ε’ ἀλλά ὁ ἀριθμός τούς θεω­ρεῖται ὑπερβολικός ἀπό τούς σύγχρονους ἱστορικούς.

[13] «Βυζαντινή Ἱστορία 324 - 1071» σελ. 157 - 158.

[14] «Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας», Τόμος Β’ σελ. 174.

[15] «Περί Θεμάτων», σελ. 72 - 73.

[16] «Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους», Τόμος Η’ σελ. 354 .

[17] «Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας», τόμος Γ’ σελ. 367.

[18] «Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας», τόμος Β’ σελ. 209.