ΗΤΑΝ Ο ΣΤΕΛΙΟΣ

 του Βασιλείου Πορπόρη, Μέλους του ΕΠΟΚ - φοιτητού

Στην ζωή των περισσότερων ανθρώπων έρχεται κάποια “φάση” κατά την οποία αισθάνονται την ανάγκη να αναζητήσουν την πολιτική τους ταυτότητα και τον ιδεολογικό τους προσανατολισμό. Στην ουσία πρόκειται για την διαμόρφωση κάποιων προσωπικών ιδανικών που κρατάνε τον κάθε άνθρωπο σε ένα συγκεκριμένο μονοπάτι σκέψεως και στάσεως ζωής καθ’ όλη την διάρκεια του βιολογικού του βίου.

Ασφαλώς, στην διαμόρφωση της προσωπικότητας του κάθε ατόμου και της υιοθέτησης των γενικότερων αρχών που επιλέγει να υπηρετήσει στην ζωή του, σημαίνοντα ρόλο διαδραματίζουν ορισμένα πρόσωπα, αρχικά από το οικογενειακό του περιβάλλον και αργότερα από διάφορα άλλα κοινωνικά μετερίζια, όπως π.χ. από τον χώρο του αθλητισμού, της πολιτικής, της τέχνης κτλ.

Στην δική μου περίπτωση, η ιδεολογική αναζήτηση ξεκίνησε σχετικά νωρίς, και συγκεκριμένα στην τρυφερή ηλικία των 15 ετών, όταν σερφάροντας στο διαδίκτυο έπεσα τελείως τυχαία πάνω σε κάποια παλαιότερη συνέντευξη του Στυλιανού Παττακού, στην οποία προέβαλε τα γεγονότα και τις καταστάσεις της εποχής του τελείως διαφορετικά απ’ όλα όσα είχα μέχρι της στιγμής εκείνης ακούσει για την “επάρατο χούντα των συνταγματαρχών που δολοφόνησε τους φοιτητές στο Πολυτεχνείο και που πούλησε την μισή Κύπρο μέσα σε μια νύχτα”.

Για να είμαι ειλικρινής, τον Στυλιανό Παττακό τον είχα στο μυαλό μου μόνο σαν όνομα, με μια αρνητική βαρύτητα στο άκουσμά του και είχα την λανθασμένη εντύπωση πως είχε πεθάνει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Παρόλα αυτά, μου έκανε εντύπωση το πάθος και η σιγουριά με την οποία υπεράσπιζε τις απόψεις του, με εκείνο το φλογερό βλέμμα του και την ιδιότυπη καθαρεύουσα.

Η μια συνέντευξη έφερε την άλλη, το ένα βιβλίο το επόμενο, ώσπου άρχισα να αλλάζω πλήρως εικόνα για την εποχή της 21ης Απριλίου και για τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών της. Βλέπετε, η αριστερίζουσα προπαγάνδα, η πλύση εγκεφάλου που επιμελώς πραγματοποιείται στην νέα γενιά και η έγχυση μίσους στις αθώες παιδικές ψυχές για κάθε τι το ελληνίζον, δημιουργούν στους περισσότερους νέους μια τελείως διαφορετική εικόνα από την πραγματική σχετικά με διάφορες φάσεις της ελληνικής ιστορίας (αρχαίας και σύγχρονης). Εν πάση περιπτώσει, ας επανέλθουμε στο θέμα μας.

Μέρα που είναι σήμερα, λοιπόν, κατά την οποία πριν από τέσσερα χρόνια έληξε οριστικά ο κύκλος της 21ης Απριλίου με τον θάνατο του Στ. Παττακού, αποφάσισα να καταγράψω ορισμένες σκέψεις επάνω στο χαρτί και να τις μοιραστώ μαζί σας, αποτίοντας κατ’ αυτό τον τρόπο έναν ελάχιστο φόρο τιμής στον τελευταίο γνήσιο Έλληνα που τίμησε την στολή και τα παράσημά του!

Επειδή όμως όταν η λογική εμπλέκεται με το συναίσθημα ενέχει ο κίνδυνος να αλλοιωθεί το νόημα των γραφομένων και να προκύψουν λανθασμένα συμπεράσματα, θα προσπαθήσω να περιγράψω το ποιος ήταν ο Στυλιανός Παττακός (για να θυμηθούν οι παλιοί και να γνωρίσουν οι νεότεροι), μέσα από τα λόγια ενός άμεσου συνεργάτη του κατά την περίοδο της επταετίας, ο οποίος με τον ρόλο που διαδραμάτισε κατά την διάρκεια διακυβερνήσεως της χώρας μας από το καθεστώς Παπαδοπούλου, κατάφερε να γνωρίσει εκ των έσω όλους τους πρωταγωνιστές εκείνης της ιστορίας, συνεπώς και τον ίδιο τον Παττακό. Γράφει, λοιπόν, ο Γεώργιος Π. Κάρτερ: 

«Ο Στυλιανός Παττακός έχαιρε φήμης ευπειθούς και γενναίου αξιωματικού. Η Επανάσταση της 21ης Απριλίου 1967, όπως έλεγε, υπήρξε “το επιφανέστερο κατόρθωμα της ζωής του”. Ασυναγώνιστος σε ζωτικότητα, ελάμβανε ταχέως αποφάσεις, συχνά χωρίς την απαιτούμενη περίσκεψη. Ήταν αυθόρμητος και κατά τις περιστάσεις αρκούντως παρορμητικός. Διέθετε το χάρισμα της ανένδοτης επιμονής στον σκοπό και της ενσυνείδητης υπακοής στους ανωτέρους. Οξύς και βίαιος στους τρόπους, εν τούτοις δεν εστερείτο ψυχικής ευγενείας και καλοσύνης. Θρησκευόμενος αλλά όχι ιδιαιτέρως φιλικτοίρμων δεν εδίσταζε να μαστιγώση τον συνομιλητή του με λεκτική δηκτικότητα. Είχε όμως το χάρισμα της ελλόγου μετανοίας και ζητούσε ταπεινοφρόνως συγγνώμη, ακόμη και από τους υφισταμένους του οι οποίοι τον εφοβούντο αλλά και τον επέκριναν για την ενστικτώδη ροπή του να ανακατεύεται αναρμοδίως σε όλα. Ο Παττακός,  περισσότερο προσιτός στην κοινή γνώμη, επικοινωνούσε καθημερινώς με την κοινωνία και διατηρούσε προσωπική επαφή με τον λαό. (Εγκαίνια, δηλώσεις, ακροάσεις, συνεντεύξεις, συμμετοχή σε κοσμικές συγκεντρώσεις κ.α.). Ήταν ο «Στέλιος». Η κινητικότητα με την οποία παρακολουθούσε την ανέγερση των δημοσίων έργων σε ολόκληρη την Ελλάδα, συνέβαλε στην έγκαιρη παράδοση και στην ακριβή τήρηση των προϋπολογισμών τους. Οι κατά τόπους Περιφερειακοί Διοικητές και Νομάρχες τον έτρεμαν. Εθαύμαζε τον Παπαδόπουλο, τον ανεγνώριζε ως “καλλίτερον όλων” και ως “πολύ ικανώτερόν του δια τα έργα του Πρωθυπουργού”. Συγχρόνως όμως τον εμέμφετο, παραπονούμενος ότι “δεν του εκχωρεί αρμοδιότητες, αρμόζουσες στο αξίωμα του Αντιπροέδρου της Κυβερνήσεως”…»[1]

Επί της προσωπικότητας του Παττακού θα μπορούσε έκαστος να συμπληρώσει πολλά (είτε θετικά είτε αρνητικά) στα γραφόμενα του Γεωργίου Π. Κάρτερ. Αυτό βέβαια έγκειται στις ιδεολογικές κατευθύνσεις του καθενός και στην εμπάθεια που έχει αναπτύξει με το παρελθόν.

Προσωπικά, πιστεύω ότι ο Στυλιανός Παττακός έφυγε πλήρως δικαιωμένος στην λαϊκή ψυχή και αυτό αποδεικνύεται από το ότι όλο και περισσότεροι είναι αυτοί που παρόλο που δεν έζησαν εκείνη την εποχή την αναζητούν μετά μανίας και περισσού θάρρους. Όπως είχε άλλωστε πει και ο ίδιος ο Παττακός στον επικήδειο λόγο του προς τον Γεώργιο Παπαδόπουλο τον Ιούνιο του 1999:

«Σήμερον αποτελεί δικαίωσιν της Επαναστάσεώς μας το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία του λαού μας -και μάλιστα των νέων μας-, κινεί με απέχθεια την κεφαλήν όταν ακούει τους δημαγωγούς να μας κατηγορούν και με έμφασιν νοσταλγικώς αναφωνούν: “Που ’σαι Παπαδόπουλε!”…»  

Για την ιστορία, ο Στυλιανός Παττακός γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1912 στην Αγία Παρασκευή της επαρχίας Αμαρίου του νομού Ρεθύμνου στην Κρήτη και ήταν γιος μεσαίου αγρότη, ενώ ο ίδιος υποστήριζε πως η οικογένειά του καταγόταν από κλάδο του βυζαντινού οίκου των Σκορδιλών.

Αρχικά φοίτησε στην Σχολή Υπαξιωματικών και εισήλθε στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων το 1934, απ’ όπου αποφοίτησε το 1937 με τον βαθμό του ανθυπιλάρχου (ανθυπολοχαγού ιππικού). Συμμετείχε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο ως Διοικητής ίλης της 11ης Ομάδος Αναγνωρίσεως της 11ης Μεραρχίας Πεζικού, ενώ κατά τη διάρκεια της Κατοχής κατετάγη στην αντιστασιακή οργάνωση «Όμηρος» και στην Ιερή Ταξιαρχία. Έλαβε μέρος στα Δεκεμβριανά, αλλά και στον συμμοριτοπόλεμο (1946-1949), όπου ως Διοικητής της ίλης αρμάτων μάχης «Κένταυρος» αγωνίστηκε κατά της επιβολής του κομμουνισμού στην ελληνική επικράτεια. Παρασημοφορήθηκε μεταξύ άλλων με τρία αριστεία ανδρείας, επτά πολεμικούς σταυρούς και δύο μετάλλια εξαίρετων πράξεων. Είχα την τιμή και την χαρά να τον γνωρίσω. Τον αγαπούσα… και τον ΑΓΑΠΩ!!!

 

 

                                                                                         Βασίλειος Στ. Πορπόρης

                                                                                       Φοιτητής ΔΙ.ΠΑ.Ε.

 

*Δημοσιεύθηκε στις 1/10/2020 στην εφημερίδα «ΣΤΟΧΟΣ»

 

[1] Γεωργίου Π. Κάρτερ «Τα καύσιμα ετελείωσαν…» σελ. 31